πυδαρίζω

και, κατά το λεξ. Σούδα, πυδαλίζω Α
χοροπηδώ χτυπώντας με τα πόδια τα οπίσθιά μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικό ρ. τής καθημερινής γλώσσας τών Αρχαίων, άγνωστης ετυμολ. Αμφίβολες θεωρούνται οι συνδέσεις του ρ. με το λατ. pudeo «αισχύνομαι», το ρ. σπεύδω και το λιθουαν. spaudžiu «πιέζω, συνθλίβω». Η σύνδεση, τέλος, τού ρ. από τους Αρχαίους με τη λ. πούς ή τη λ. πυγή οφείλεται σε παρετυμολογία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πυδαρίζει — πυδαρίζω dance the fling pres ind mp 2nd sg πυδαρίζω dance the fling pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυδαρίζειν — πυδαρίζω dance the fling pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυδαρίζει — διά πυδαρίζω dance the fling pres ind mp 2nd sg διά πυδαρίζω dance the fling pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυδαρισμός — ὁ, Α [πυδαρίζω] (κατά τον Ζωναρ.) «δυσχέρεια» …   Dictionary of Greek

  • ἀπεπυδάρισα — ἀπό πυδαρίζω dance the fling aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.